Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Το ζήτημα της αποχής: τί είναι και η καταγωγή της κριτικής της


Σε περιόδους εκλογών, γνώριμη εικόνα αποτελούν οι πολυποίκιλες συζητήσεις μας, τα στοιχεία, οι πολιτικές αναλύσεις, ο προσωπικός διαλογισμός και η σκληρή αναδίφηση της πλευράς εναπόθεσης της ψήφου μας. Το τελευταίο είναι, όπως λένε, δικαίωμα και υποχρέωση του κάθε πολίτη, αλλά όμως τίθεται υπό αμφισβήτηση αν συνιστά αυτό καθαυτό δυναμικό και ουσιαστικό μέσο επιρροής από μεριάς προσώπου. Κρατήστε δύο κεντρικές έννοιες που θα μας χρειαστούνε έπειτα, την έννοια «πρόσωπο» και «ουσία».
Αρχίζοντας με τη δεύτερη, το παρόν άρθρο αφορά το παραμελημένο θέμα της αποχής σε περιόδους εκλογών. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι επιφανειακές, απλώς τυπικές, αναλύσεις φαινομένων, οι οποίες στηρίζονται σε μία επιδερμική μελέτη ή γεγονότα και καταστάσεις που θεωρούνται, per se, αληθή, οπότε θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω όσο πιο εις βάθος γίνεται το φαινόμενο, ξεκινώντας από την πηγή του προβλήματος. Πάντως, οι περισσότερες αναφορές στο θέμα αυτό δυστυχώς απογοητεύουν και καθόλου δεν βοηθάνε στην απενοχοποίηση της αποχής. Ενισχύεται, λοιπόν, ένα διαχρονικό σύμβολο – παράγωγο της μεταφυσικής μας διάθεσης απέναντι σε έννοιες και αρχές, κάτω από το οποίο υπάρχει το «πρέπον», το «ορθό» και το «λάθος» και υπό αυτό καταπιέζονται οι ελεύθεροι στοχαστές, οι αμφισβητίες, και όσοι τέλος πάντων διατίθενται να προβάλλουν προσωπική αντίσταση στις κανονιστικές (κοινωνικές) αρχές μιας εποχής.


Ένας μεγάλος φιλόσοφος που σκέφτηκε ελεύθερα, ο Φρειδερίκος Νίτσε, γράφει στις «Αυγές» του (Morgenröthe) πως «η ηθική δεν είναι τίποτε άλλο από υπακοή σε έθιμα. Η παράδοση και η υπακοή των εθίμων βασίζονται στο φόβο και τη δεισιδαιμονία. Σε κάθε τέτοια παράδοση, η υπακοή αυτή λογίζεται ως το σημείο (μέτρησης) της ηθικότητας, ενώ κάθε ατομική πράξη ή τρόπος σκέψης διεγείρουν τρόμο» (9) και έπειτα συνεχίζει, «υπό την επήρεια της εθιμικής ηθικής, οι άνθρωποι εθελοτυφλούν στις αιτίες, τις συνέπειες και, τέλος, στην πραγματικότητα (προσβολή των εθίμων – αποφυγή της αλήθειας και των πραγματικών αιτιών)». (33)
Τι μας λέει εδώ; Χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να αμφισβητήσει κάποιος ξανά τόσο σοβαρά τις ηθικές αρχές μιας κοινωνίας. Η ηθική είναι το μέσον που εμποδίζει την ευτυχία αυτών που θέλουν να φτάσουν ψηλά. Αυτοί οι ίδιοι είναι ανήθικοι, για το λόγο ότι τους πλημμυρίζει αδιαφορία για αυτήν, και επομένως «κακοί». Διετύπωσε απόψεις παρόμοιες με εκείνες του επικριτικού Επικούρου και των Σκεπτικών. Σαν ένας Πύρρωνας να έλεγε πάλι «δεν υπάρχει ούτε καλό ούτε αισχρό, ούτε δίκαιο ούτε άδικο.», ότι «όλα τούτα καθορίζονται από το νόμο και τις επικρατούσες αντιλήψεις». Προσέχετε, πως λέει «τις επικρατούσες» απόψεις. Οι οποίες, βεβαίως, υπάρχουν για να προστατεύουν το κοινωνικό σύνολο.
Ο Επίκουρος, από την άλλη, ήταν ένας ηθικολόγος, που όμως κατηγορήθηκε ως «ανήθικός». Ακούγεται αδύνατο, και όμως ισχύει! Όλη του η διδασκαλία αποσκοπούσε στο να κλονίσει τις εσφαλμένες δοξασίες της εποχής του. Ενάντια στις αρχές της πλατωνικής και αριστοτελικής διδασκαλίας και κυρίως της θεολογίας τους, στήριξε την ελευθερία της αυτόνομης προσωπικότητας, την απεξάρτηση από τους θεούς, την απελευθέρωση από τις, δεσμευτικές για το πνεύμα, δημόσιες ασχολίες, δηλαδή την πολιτική και πρότεινε, επίσης, την παραίτηση από το φόβο του θανάτου και την ανθρώπινη αγωνία. Αυτά και άλλα, που έρχονταν σε δριμεία αντίθεση με τις εθιμικές προσταγές της εποχής, τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει», ενόχλησαν φυσικα και εμφανίστηκαν πολλοί αντίπαλοι, όπως ο μεγαλύτερος φορέας εθιμικής ηθικής ως τα τώρα, ο Χριστιανισμός.
Σε κάθε εποχή τα έθιμα συγκροτούν την πρώτη ηθική και παρέχουν κριτήρια για το ηθικά ορθό και λάθος. Από τον Αριστοτέλη έως τους φιλελεύθερους και όλους τους φιλοσόφους των κοινωνικών συμβολαίων, αυτή η πλάνη του ηθικά ορθού και εσφαλμένου είναι ορατή. Ακόμα και όσοι κατηγορούν το χριστιανικό κράτος, θεωρούν την ηθικότητα απαραίτητη για την κοινωνική ζωή και το κράτος, αλλά και η κυριαρχία της ηθικότητας είναι μια «ιεραρχία», η τήρηση της οποίας θυμίζει τη θρησκευτική ευλάβεια του χριστιανού.
Όλα τα παραπάνω εξηγούν την προέλευση των επικριτικών σχολίων για την αποχή. Μπορεί ίσως να ήταν κουραστικά όσα ειπώθηκαν, αλλά επί της «ουσίας» πλέον, πιστεύω, μπορούμε τώρα να μελετήσουμε την επιλογή της μη συμμετοχής ανεπηρέαστοι από πλάνες και λογής λογής υπόβαθρα προκαταλήψεων.
Η ερμηνεία της ποικίλει, όμως τείνει να συμφωνείται απ’ όλους τους πολέμιους ένας κοινός τρόπος σκέψης, που θεωρεί “προβληματική” την αποχή. Το αληθινό, ωστόσο, πρόβλημα είναι η ακατανόητη αλήθεια πίσω από την επιλογή αυτού μεγάλου ποσοστού ανθρώπων. Απλουστευτικές ερμηνείες, άλλοτε τη μεταφράζουν σε ανεύθυνη στάση, άλλοτε δειλία, στήριξη – παραίτηση υπέρ των μνημονιακών και εγχώριων δυνάμεων και ό,τι άλλο μπορεί να προκύψει κάθε φορά. Καφές, παραλία και τέτοια. Το ότι είμαστε χαμένοι στη μετάφραση (όπως δείχνει η κατάσταση), είναι κάτι αποκαρδιωτικό για όποιον έχει νου και δεν του φτάνουν οι τρίχες.
          Δεν υπάρχει καμία λογική στην προσπάθεια να κρίνουμε την αποχή ως σωστή ή λάθος, όταν το ποσοστό της (40% στις εκλογές του 2012) απαρτίζεται από ανθρώπους που έχουν διαφορετικούς λόγους και σκοπούς για να απέχουν. Άνθρωποι που δεν ψηφίζουν, γιατί όντως είναι ανεύθυνοι ή αγνώμονες, για παράδειγμα, ναι – μπορεί να υπάρχουν!  Πολλοί άλλοι τύποι ανθρώπων δεν ψηφίζουν. Ένα ταξίδι από την φοιτητική Αλεξανδρούπολη με προορισμό την Αθήνα στοιχίζει γύρω στα 100 ευρώ αεροπορικώς. Αυτή είναι μια μερίδα ανθρώπων (οι φοιτητές), λοιπόν, που και να ήθελαν να ψηφίσουν, οικονομικοί κυρίως παράγοντες τους αποτρέπουν.
Κάποιος, αν και καταλαβαίνει τους λόγους του καθενός, δεν τους ασπάζεται κι ας κατατάσσεται στην ίδια με αυτούς μερίδα. Ποιός είναι αυτός που θα ορίσει, όμως, πού ανήκει εκείνος; Βλέπουμε εδώ ένα σοβαρό φαινόμενο κατά το οποίο ένας άνθρωπος πιέζεται να αλλάξει ό,τι πιστεύει, να λειτουργήσει με τους όρους και τους τρόπους που το σύστημα επιβάλλει, χωρίς να μπορεί να κινηθεί όπως αυτός επιθυμεί. Αντιδημοκρατικό κιόλας, για να μιλήσω με όρους σημερινής αντίληψης (η λανθασμένη και παρανοϊκή εξίσωση πανταχόθεν της δημοκρατίας με την ελευθερία).
Ως κεντρικό επιχείρημα αφήνω να τεθεί το εξής. Η αποχή εν τέλει, κατά τη γνώμη μου, είναι κι αυτή ένα όπλο του συστήματος και των πολλών έναντι του ενός, του ελεύθερου, που θα αποστασιοποιηθεί από τις μαζικές αντιλήψεις, και την εθιμική – ιεραρχική αντίληψη των θεσμών, των νόμων, των κοινωνικών συμβολαίων.
Αυτός που αρνείται το σύστημα, δε συμμετέχει και δεν ενδιαφέρεται για το «δικαίωμα» που του παρέχει. Χάρισμα του το δικαίωμα. Ο έξυπνος δε χρειάζεται τέτοια δικαιώματα για να κατευθύνει τα θέλω του και τις απόψεις του. Αυτά έως και τον εξισώνουν με γιαγιάδες, με αγράμματους, με φασίστες, με χούλιγκανς, απολίτιστους, γενικά κατώτερους ανθρώπους. Και δεν είναι ντροπή να το λέμε. Όλοι έχουν δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία, αλλά η ισότητα δεν είναι δικαίωμα, είναι όπλο των κατώτερων και της μνησικακίας τους. Όχι για όποιον αγαπά τη ζωή και την ελευθερία μάλιστα! Γιατί αυτοί που έχουν την αρετή και την τόλμη, το πάνε λίγο παραπέρα το πράγμα. Τί να τους κάνει ένα ψηφίο και μια κάλπη!
         Οι δημοκρατικοί θεσμοί, που υποτίθεται ότι προστατεύουν το ελευθέρως πράττειν και σκέπτεσθαι, θα πάρει όσους αδιαφορούν από συνειδητή επιλογή  και θα τους βάλει κι αυτούς σε τσουβάλι. Να υπάρχει ένα ποσοστό – δε γίνεται να σε αφήσουν εκτός, δεν έχεις το ελεύθερο να μείνεις εσύ εκτός. Έτσι, λοιπόν, η αποχή είναι το εργαλείο, κατά κάποιον τρόπο, ώστε να μην μας ξεφεύγουν «οι άλλοι». Τους μαζεύουμε κάπως και να,.. δείρτε τους!
Και το πιο γελοίο; Θα πούνε κι από πάνω “δημοκρατία έχουμε” για να δικαιολογήσουν τους ανεύθυνους πολίτες, πως δήθεν τους κάνουν και χάρη ανοχής. Σαν αυτοί να το ζήτησαν, σαν να τους νοιάζει κάτι τέτοιο.
          Η ψήφος λογίζεται, λοιπόν, ως υποχρέωση του πολίτη, κι αυτή η αντίληψη πηγάζει από την πίστη στις εθιμικές – ηθικές αξίες του κοινωνικού συνόλου, γιατί κάθε κοινωνικό συμβόλαιο αυτές είχε ως βάση. Ο παραβάτης τους θα φέρει οπωσδήποτε το στίγμα του «κακού», του «αφελή», του «τρελού» κλπ.

 Το μόνο που μένει είναι να προσπαθήσει ο κόσμος να μην αντιμετωπίζει την πραγματικότητα σαν κάτι δεδομένο. Δοσμένο, παρά δεδομένο είναι, αφού οι κρίσεις τους επηρεάζονται ακόμη από προκαταλήψεις που μακροχρόνια και σταθερά επικράτησαν. Οφείλουμε να εξιλεωθούμε από αυτές, να σκεφτούμε διαλεκτικώτερα για τη ζωή. Ίσως τότε συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε άνθρωποι, και τέτοιοι γεννηθήκαμε, όχι πολιτικά ζώα, όπως το πρωτόπε ο Αριστοτέλης.



Ο Κωνσταντίνος Αντωνίου είναι φοιτητής του τμήματος Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης.


 Photo By: wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου