Το τελευταίο εικοσιτετράωρο η
κίνηση του 20χρονου ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Γιώργου Κατίδη να πανηγυρίσει το γκολ
που πέτυχε χαιρετώντας ναζιστικά προς την κερκίδα έχει μονοπωλήσει το
ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Η ενέργεια του είναι προφανώς –και δίχως δεύτερη
σκέψη– καταδικαστέα για κάθε δημοκράτη πολίτη. Η διαχείριση όμως της υπόθεσης
από αυτό το σημείο και μετά σηκώνει πολύ κουβέντα.
Όπως συνηθίζουμε στην Ελλάδα, η
προσέγγιση του θέματος έγινε με όρους επικοινωνίας και όχι ουσίας. Τα
κοινοβουλευτικά κόμματα έσπευσαν με κινηματογραφική ταχύτητα να βγάλουν
ανακοινώσεις καταδίκης του περιστατικού, σκεπτόμενα με όρους μικροπολιτικής,
προφανώς για να καρπωθούν τα οφέλη του αντιρατστιστικού τους λόγου. Η ΕΠΟ
αποφάσισε με συνοπτικές διαδικασίες να τον τιμωρήσει με ισόβιο αποκλεισμό από
τις εθνικές ομάδες χωρίς καν να του επιτρέψει –έστω για τα προσχήματα– να
απολογηθεί. Ο δε πρωθυπουργός αποκήρυξε την ενέργειά του δηλώνοντας ότι ο
«ρατσισμός δεν είναι στο DNA των Ελλήνων», ξεχνώντας βέβαια
ότι τα όσα ακούγονται συχνά πυκνά για το «ελληνικό DNA» εμπεριέχουν μια υπολανθάνουσα
ρατσιστική χροιά.
Άραγε είναι ο Κατίδης
νεοναζιστής; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι, αλλά δε θα το μάθουμε ποτέ και πάντως
δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Σε τελική ανάλυση ο παίκτης ζήτησε συγνώμη
δηλώνοντας αντίθετος με τη ναζιστική ιδεολογία, γεγονός που (ακόμα και αν
ψεύδεται) σε πολύ μεγάλο βαθμό ακυρώνει de facto την όποια επικοινωνιακή
χρησιμότητα μπορεί να έχει η πράξη του προς όφελος συγκεκριμένων πολιτικών
ομάδων.
Προσωπικά έχω τις αμφιβολίες μου
για το αν ο Κατίδης είναι φασίστας. Όποιος έχει δει έστω και μερικά λεπτά ενός
αγώνα της φετινής ΑΕΚ (και πιστέψτε με έχω δει αρκετά), γνωρίζει ότι πρόκειται
για ένα πολύ περίεργο, ανώριμο και συχνά παρορμητικό χαρακτήρα, που ψάχνει την
παραμικρή αφορμή για να προκαλέσει την προσοχή. Τώρα που το σκέφτομαι δε θεωρώ
απίθανο ο πανηγυρισμός του ήταν τρόπος αντίδρασης στο κοινό που στο προηγούμενο
εντός έδρας μας τον γιούχαρε σε κάθε επαφή του με τη μπάλα αφότου έχασε μια
κλασσική ευκαιρία. Εννοείται ότι αυτό επ’ ουδενί δεν τον αθωώνει και προφανώς
πρέπει να τιμωρηθεί για την ενέργεια του. Αλλά εδώ κινδυνεύουμε να περάσουμε
στο άλλο άκρο: στην ανθρωποφαγία.
Έστω και αν κινδυνεύω να κατηγορηθώ
για συμψηφισμό, θεωρώ ότι αν μας διδάσκει κάτι η υπόθεση Κατίδη αυτό είναι ότι
ο αντιναζισμός μας είναι τρομερά χαμηλού επιπέδου, σε κάποιο βαθμό θα έλεγα
εφάμιλλος της αγραμματοσύνης και της εξαλλοσύνης που εκφράζει η ακροδεξιά. Όποιος
παρακολούθησε χθες βράδυ τις συζητήσεις social media έγινε κοινωνός
ενός λόγου υβριστικού, εμετικού και μιας επιχειρηματολογίας επιπέδου χαμαιτυπείου.
Στις άναρθρες κραυγές των ακροδεξιών η απάντηση δεν είναι περισσότερος νηφάλιος,
Ορθός λόγος που να υπερασπίζεται τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας ενάντια
στον παραλογισμό του φασισμού, αλλά μερικές ακόμα άναρθρες κραυγές.
Αν θέλουμε να φτιάξουμε
περισσότερες γενιές «λεβεντόπαιδων με μαύρες μπλούζες» καλά το πάμε. Αν όχι
πρέπει να δούμε το θέμα ξανά, αυτή τη φορά λίγο πιο νηφάλια και
αποστασιοποιημένα. Όπως και να ‘χει είναι κρίμα να χαρίσουμε έτσι αβασάνιστα
ένα νεαρό αναγνωρίσιμο αθλητή στη Χρυσή Αυγή. Λέει ότι έχει μετανιώσει, δηλώνει
ότι δεν είναι φασίστας. Μήπως να του δίναμε μια ευκαιρία να μας αποδείξει τα λεγόμενα
του, έστω και αν διατηρούσαμε τις επιφυλάξεις μας; Μήπως να τον τιμωρούσαμε
παραδειγματικά μεν (σιωπηρά ως κοινωνία και με βάση τους κανονισμούς ως
ομοσπονδία), αλλά να μη τον εξοντώναμε;
Ο Δημήτρης
Τζίνης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού (MSc) στο
Μάνατζμεντ από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.
Όντως... Συμφωνώ με το κείμενο..
ΑπάντησηΔιαγραφήΘεωρώ ότι ο ποδοσφαιριστής έχει πλήρη άγνοια είτε τι είναι η κίνηση, είτε τι εκφράζει... Δεν βρίσκω δικαιολογία, αλλά ακόμη και να έχει τέτοια ιδεολογία, οι εκφράσεις των δημοκρατικών δεν έχουν τόσο πολύ από δημοκρατία. Ναι να τιμωρηθεί ποδοσφαιρικά αλλά ότι είναι π.χ. καταζητούμενος δεν εκφράζει κάτι δημοκρατικό.