Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Ευρώπη και Ενέργεια υπό το πρίσμα των Μεσογειακών κοιτασμάτων


Ένα από τα βασικότερα ζητήματα που αντιμετωπίζει η ΕΕ είναι αυτό της ενέργειας.

Η ΕΕ δείχνοντας ένα ευαίσθητο προφίλ στα περιβαλλοντικά ζητήματα έχει αναλάβει κάποιες δεσμεύσεις που επηρεάζουν τον τομέα αυτό. Οι επιδιώξεις της αφορούν σε αυξημένη χρήση των ΑΠΕ, μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 20% σε σύγκριση με τα ποσοστά του 1990, ως το 2020.

Ωστόσο, παρά ταύτα σήμερα παρατηρείται αυξημένη ζήτηση της Ευρώπης σε ενέργεια καθώς αποτελεί μία αγορά με περισσότερους από 500 εκατομμύρια καταναλωτές. Η μέχρι σήμερα έλλειψη της σε ενεργειακούς πόρους σε συνδυασμό με τη αυξανόμενη ζήτηση της για ενέργεια την είχε οδηγήσει σε αυξανόμενες εισαγωγές και μία συνεπακόλουθη εξάρτηση από χώρες εκτός της επικράτειας της, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Ρωσία.
Η Σύνοδος Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα(22/5) επανέλαβε και ξεκαθάρισε τις επιδιώξεις της Ένωσης στον τομέα της ενέργειας καθώς ανέφερε την επιθυμία της για ενεργειακή ασφάλεια με ενέργεια που θα είναι οικονομική και βιώσιμη ώστε να μπορεί να εγγυάται την κάλυψη των αναγκών των πολιτών της σε προσιτές τιμές. Σημαντική είναι επίσης η δήλωση για πρόθεση δημιουργίας μίας εσωτερικής αγοράς ενέργειας με δίκτυα που θα ενώνονται μεταξύ τους. Η πρόθεση αυτή έρχεται σε συνέχεια της τρίτης δέσμης μέτρων για την ενέργεια που υιοθετήθηκε τον Απρίλιο του 2009  με σκοπό την άρση εμποδίων στην εσωτερική αγορά και την προώθηση των επενδύσεων στον τομέα αυτό. Παράλληλα, μία από τις βασικές της επιδιώξεις φαίνεται να είναι η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού της και η διευκόλυνση επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκει την απεξάρτηση της από ενεργειακά μονοπώλια και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της, καθώς οι τιμές της ενέργειας επηρεάζουν και αυτές των προϊόντων των χωρών της Ένωσης.
Το στόχο της διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών φαίνεται να εξυπηρετεί ο αγωγός ΤΑΡ, στον οποίο θα συμμετέχει μεταξύ άλλων και η χώρα μας, τροφοδοτώντας την Ευρώπη με αζέρικο αέριο. Ωστόσο, το δεδομένο που έχει αλλάξει τον ενεργειακό χάρτη της περιοχής βρίσκεται ακόμα εγγύτερα. Η εύρεση ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και μάλιστα στην επικράτεια της Κύπρου και της Ελλάδας είναι μία ευκαιρία για την ΕΕ να αποκτήσει ενεργειακή τροφοδοσία από κράτη μέλη που ανήκουν σε αυτή. Στην Κύπρο τα κοιτάσματα έχουν ήδη ανακαλυφθεί και προετοιμάζεται η εκμετάλλευση τους ενώ της Ελλάδας είναι υπό μελέτη μη μπορώντας ακόμα να μιλήσουμε για συγκεκριμένες ποσότητες και δυνατότητα εκμετάλλευσης τους. Παρ’ όλα αυτά, αισιόδοξα σενάρια μιλάνε για σημαντικές ποσότητες που δύνανται να καλύψουν μέρος των αναγκών τόσο της χώρας όσο και της Ευρώπης.
Η ύπαρξη των κοιτασμάτων αυτών έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αναστάτωση καθώς η εκμετάλλευση τους πέρα από τον ενεργειακό αναμένεται να επηρεάσει και άλλους τομείς όπως αυτό των επενδύσεων που συνεπάγονται νέες θέσεις εργασίας, γεγονός διόλου ευκαταφρόνητο, ειδικά σε δύο χώρες(Ελλάδα και Κύπρο) που μαστίζονται από το φαινόμενο της οικονομικής κρίσης. Επίσης, η γείτονα χώρα Τουρκία φαίνεται να αναμειγνύεται στο ζήτημα τόσο όσο αφορά την Κύπρο και το Κυπριακό ζήτημα όσο και σχετικά με την Ελλάδα και το θέμα της χάραξης ΑΟΖ.

Πιο συγκεκριμένα, διάφορα ζητήματα ανέκυψαν κατά την ανακάλυψη των υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της Κύπρου καθώς η Τουρκία αντέδρασε αρνητικά στο ενδεχόμενο εκμετάλλευσης τους, αρχικά απειλώντας τις εταιρείες που θα σκόπευαν να αναμειχθούν στην έρευνα και εξόρυξη και στην πορεία διεκδικώντας δικαιώματα επί των πόρων για το ψευδοκράτος. Ορισμένοι έσπευσαν να δουν στην εκμετάλλευση των πόρων αυτών μία ευκαιρία για επίλυση του Κυπριακού. Ωστόσο, τόσο από δηλώσεις του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, κου Αναστασιάδη, όσο και από την πορεία των εξελίξεων κάτι τέτοιο δε φαίνεται να έχει σημαντικές πιθανότητες πραγματοποίησης.
Όσο για την Ελλάδα, το ζήτημα που ανέκυψε για ακόμα μία φορά είναι η έλλειψη οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ. Γεγονός αποτελεί ότι η ανακήρυξη της ΑΟΖ δεν είναι αναγκαία προκειμένου η χώρα μας να προβεί στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της καθώς αυτό το δικαίωμα εξασφαλίζεται από την ύπαρξη της υφαλοκρηπίδας. Ωστόσο, η ανακήρυξη της ΑΟΖ όντως θα διευκόλυνε τη λύση μίας κατάστασης, η οποία χρονίζει και δημιουργεί διάφορα κωλύματα κατά καιρούς. Στο πλαίσιο υπερπήδησης αυτού του προβλήματος, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Α.Σαμαράς, πρότεινε στη Σύνοδο Κορυφής της προηγούμενης εβδομάδας τη μετατροπή της ελληνικής ΑΟΖ σε ευρωπαϊκή προσφέροντας έτσι στην Ευρώπη την ενεργειακή διαφοροποίηση που επεδίωκε αλλά και θέτοντας την διαφιλονικούμενη ΑΟΖ υπό ευρωπαϊκή ομπρέλα. Κατά την προσπάθεια του αυτή πέτυχε να συμπεριληφθεί στο τελικό κείμενο των συμπερασμάτων αναφορά στην «ανάγκη για έρευνα και ανάπτυξη των χερσαίων και θαλάσσιων εγχώριων ενεργειακών πόρων». Το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης μένει να φανεί.
Επιπλέον, η κατάταξη των  όποιων ελληνικών κοιτασμάτων υπό την ευρωπαϊκή ομπρέλα ενδέχεται να είναι μία ενθαρρυντική εξέλιξη για τους επενδυτές που πιθανόν μέχρι σήμερα δίσταζαν να επενδύσουν λόγω του ασταθούς τοπίου που συνέθετε η κρίση. Επίσης, αναλύοντας ακόμα μία αναφορά της Συνόδου, η σημασία της την ενοποίησης των δικτύων και της αγοράς ενέργειας για την Ελλάδα είναι πολλαπλή καθώς με την ολοκλήρωση αυτού του βήματος, που προορίζεται για το τέλος του 2014, τα νησιά μας μπορούν να βγουν από την ενεργειακή απομόνωση και να καταστούν πιο ανταγωνιστικά καθώς επίσης αυξάνονται και οι πιθανότητες αλλά και οι ρυθμοί ανάπτυξης τους.
 Βέβαια, μελετώντας το ζήτημα των υδρογονανθράκων δε θα πρέπει να παραβλέπουμε και τα δεδομένα του Ισραήλ καθώς ξεκινώντας το ζήτημα της εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου της Κύπρου, αυτό εξεταζόταν πάντα συνδυαστικά με τα κοιτάσματα του Ισραήλ επιδιώκοντας μία ένωση και συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων στην οποία αργότερα ενδεχομένως θα μπορούσε να προστεθεί κι εκείνη της Ελλάδας. Το Ισραήλ, ως μία χώρα απομονωμένη έδειχνε να ψάχνει ένα στρατηγικό βάθος που ενδεχομένως θα μπορούσε να βρει στη γειτονική Ευρώπη, η οποία για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν ήταν ιδιαίτερα θετική στην προς εκείνη κατεύθυνση του φυσικού αερίου. Οι παλιότερες φιλικές σχέσεις της χώρας όμως με την Τουρκία καθώς και οι εσωτερικές ανάγκες του Ισραήλ σε αέριο καθιστούν αβέβαιη τη στάση που θα κρατήσει τελικά η χώρα αυτή στο συγκεκριμένο θέμα. Η τάση παραμένει προς μία συνεργασία των δύο μερών. Ωστόσο, εν τέλει η κάθε χώρα διαθέτει τα κοιτάσματα της και μπορεί να τα διαθέσει όπως η ίδια κρίνει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι σχετικές εξελίξεις θα είναι ενδιαφέρουσες και θα εξακολουθούν να τραβούν την προσοχή μας.

 Η Μιχαέλα Περάκη είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών.

Photo By: econews.gr

3 σχόλια:

  1. Τα κοιτάσμα είναι Ελληνικά και Κυπριακά, δεν είναι Μεσογειακά.΄Κάποιοι "στρογγυλεύουν" τα πράγματα και μιλούν για κατάταξη των ελληνικών κοιτασμάτων υπό την ευρωπαϊκή ομπρέλλα. Θα ήταν καλό όμως, τόσα ΄χρόνια, να είχαν και τα ανατολικά σύνορα της Ελλάδας υπό την ευρωπαϊκή ομπρέλλα και όχι να ξαπουλιέται η χώρα για τους εξοπλισμούς. Στο "φαί" μαζί και στα προβλήματα χώρια;;;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μόνο μία διευκρίνηση. Ο χαρακτηρισμός"Μεσογειακά" είναι ως επί το πλείστον γεωγραφικός καθώς τα κοιτάσματα δεν παύουν να βρίσκονται στην περιοχή της Μεσογείου. Όπως για παράδειγμα μία χώρα που βρίσκεται στην Ευρώπη χαρακτηρίζεται ευρωπαϊκή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνει την ταυτότητα της.Όσο για τα υπόλοιπα δε διαφωνώ. Ωστόσο, πρώτον είναι νωρίς για να βγάλουμε συμπεράσματα για το τί μέλλει γενέσθαι με το ζήτημα της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων της Ελλάδας και δεύτερον ας μην ξεχνάμε ότι δεν παύει να ήταν επιδίωξη του Έλληνα πρωθυπουργού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όλα αυτά είναι πάρα πολύ καλά και μακάρι η Ελλάδα να είχε μια τέτοια συνεργασία που περιγράφεται ως ιδέα παραπάνω για την εξαγωγή των κοιτασμάτων! Όμως με το μνημόνιο 3 ρητά έχουμε υποθηκεύσει τα εθνικά μας κοιτάσματα για τα επόμενα χρόνια και στην περίπτωση της μη ανάκαμψης (που αυτό γίνεται μέχρι στιγμής) έχουμε εξουσιοδοτήσει μέχρι στιγμής τους δανειστές να αναλάβουν αυτοί την εκμετάλλευση και τη διαχείριση τους.
    Άρα σε μια ανακύρυξη της ΑΟΖ απο Ελληνική σε Ευρωπαϊκή στρατηγικά θα μπορούσα να πω ότι είναι σωστή στην περίπτωση που δεν τα είχαμε υποθηκεύσει στους δανειστές. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως με την υποθήκευση πιστεύω καλύτερη στρατηγική θα ήταν να μην ασχοληθούμε καν με τα κοιτάσματα μας και να τα αφήσουμε στο μέλλον είτε στην γενιά μας είτε στις επόμενες γενιές με την προσδοκία ότι η χώρα αυτή θα βγεί απο το τέλμα τούτο με αποτέλεσμα τα κοιτάσματα τότε να μπορέσουμε να τα διαχειριστούμε εμείς ως χώρα και όχι τρίτες δυνάμεις που μας ανάγκασαν να υποθηκεύσουμε τον εθνικό μας πλούτο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή